Αυτή η σειρά άρθρων αποτελεί μια προσπάθεια απόδοσης των περιπετειών του Λαβύρινθου σε μορφή διήγησης. Τα μέλη του Λαβύρινθου, φέρουν την κωδική ονομασία Μινώταυροι και με τις δράσεις τους (Events), ταξιδεύουν ως τα πέρατα του κόσμου (και όχι μόνο), με σκοπό το πάθος για περιπέτεια να παραμένει ζωντανό στις καρδιές όλων....
Οποιοσδήποτε συσχετισμός με πρόσωπα, συμβάντα και μέρη (δεν) είναι συμπτωματικός. 

Κατηγορία Role Playing Games

Αυτή η σειρά άρθρων αποτελεί μια προσπάθεια απόδοσης των περιπετειών του Λαβύρινθου σε μορφή διήγησης. Τα μέλη του Λαβύρινθου, φέρουν την κωδική ονομασία Μινώταυροι και με τις δράσεις τους (Events), ταξιδεύουν ως τα πέρατα του κόσμου (και όχι μόνο), με σκοπό το πάθος για περιπέτεια να παραμένει ζωντανό στις καρδιές όλων....
Οποιοσδήποτε συσχετισμός με πρόσωπα, συμβάντα και μέρη (δεν) είναι συμπτωματικός. 
 
 

 

Σεβόμενοι την τελευταία επιθυμία ενός θανατοποινίτη, φροντίσαμε να μάθουν όλοι για το κυνήγι θησαυρού. Κινήσαμε τα νήματα (μοιράζοντας τις σελίδες από το ημερολόγιό του καπετάνιου), υποδαυλίζοντας έτσι, την εξέγερση ενάντια στο τυραγνικό καθεστώς που μάστιζε τον κόσμο μετά τον πόλεμο μεταξύ δρακογεννών και διαβoλίδιων. Ο πυρετός για το κυνήγι του αμύθητου θησαυρού του Θάρρειου, του θρυλικού πειρατή, έφτασε -ω θεοί, επιτελούς- στο τέλος του.

Ήμασταν εκεί. Μάρτυρες. Στα νησιά Σου. Έπρεπε να εξασφαλίσουμε πως θα μάθαιναν όλοι για ένα τσούρμο που βρήκε τα πλούτη του Αντάρτη Θάρρειου… Εδώ που τα λέμε, ίσως να μην ήταν καν πραγματικοί πειρατές, αλλά η καρδιά τους το έλεγε τελικά…

Είχαν περάσει κάμποσες μέρες από τότε, καθώς πλέαμε στο νότιο αρχιπέλαγος. Το Λαβύρινθος γλιστρούσε με σιγουριά πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, λες και συμμεριζόταν την επιθυμία μας και βιαζόταν να μας φέρει στην νέα μας περιπέτεια. Το ανακαινισμένο σκαρί μας, με πλήρωμα ένα μάτσο ανδρείους από διάφορες φυλές και φύλα που διψούσαν για περιπέτεια, όσο και τα ψάρια για το ίδιο το νερό, τραβούσε ήδη ρότα για την Απαγορευμένη γη. Οι γλάροι πετούσαν τεμπέλικα από πάνω μας και πότε πότε κούρνιαζαν στα σχοινιά του Λαβύρινθου.

Οι μέρες μας κυλούσαν, μέσα σε μια βασανιστική ηρεμία και ασφάλεια χωρίς απρόοπτα. Ηταν λες και οι μουσικές που ακούγονταν μέρα νύχτα από το κατάστρωμα μας -πως αλλιώς να περάσει ο καιρός στα ανοιχτά;- σαν να κατεύναζαν τη λύσσα της ίδιας της Άμπερλη, χαρίζοντας μας τον πιο γαλήνιο υδροφόρο ορίζοντα. Πηγαίναμε, λοιπόν, προς την Απαγορευμένη Γη, με κάθε επιφύλαξη και αμείωτο πάθος. Αφενός γιατί μόνο φήμες υπήρχαν για εκείνο το μέρος, και αυτές από τρίτο χέρι -η στόμα- στην καλύτερη, και αφετέρου γιατί ο θεουργός του Λαβύρινθου είχε “πιάσει” ένα περίεργο όραμα με μια έκκληση για βοήθεια, από την άλλη άκρη του πελάγους. Οι συνθήκες μπορεί να ήταν υπέρ το δέον ύποπτες, αλλά αυτό μάλλον ήταν που ενίσχυε την υπόσχεση μιας άγνωστης περιπέτειας. Πράγμα που τάιζε τις ψυχές μας ξανά με την πιο μεγάλη λαχτάρα.

Ένα απόγευμα καθώς ο ήλιος αλάργευε μέσα στο υγρό του κρεβάτι, για να σβήσει ξανά, ο ουρανός βαφόταν στο γνωστό πορτοκαλοκόκκινο χρώμα του με πινελιές από πορφυρά σύννεφα, όταν ακούσαμε τον σκοπό να φωνάζει από το κατάρτι: “Στεριά! Στεριά!”. Η βραχώδης παραλία της Απαγορευμένης γης αχνοφαινόταν αμυδρά μπροστά μας, αλλά ήμασταν αρκετά μακριά για να ακούσουμε τον φλοίσβο, καθώς τα αφρισμένα κύματα έσκαγαν με ρυθμική μανία στα κόκκινα βράχια. Αυτό που μας έκανε αμέσως εντύπωση, ήταν τα κολυμπηθρόξυλα που επέπλεαν ολούθε γύρω μας.

Δύο από τους μάγους άρχισαν τις επωδές και να κάνουν περίεργες χειρονομίες με τα ακροδάχτυλα τους. Εμφάνισαν μπροστά τους από ένα βολβό ματιού στο μέγεθος καρύδας, και ένα γεράκι σφύριξε καθώς φτερούγισε ανάμεσα μας. Τέσσερα μάτια άρχισαν να να σαρώνουν την επιφάνεια του νερού αφ’ υψηλού, σε τροχιά γύρω από το Λαβύρινθος. Μια μάταιη ελπίδα για ανεύρεση επιζώντων, όπως όριζαν τα τυπικά.

Η αναφορά τους ήταν η ίδια: αρνητικά νεύματα.
Βρισκόμαστε σε υφαλογενής περιοχή. Πολλοί καρχαρίες…” αποφάνθηκε μια Δρυίδης με κλαδάκια μπλεγμένα στα καφετιά μαλλιά της. Η φράση της ήταν επιχρωματισμένη με όση απάθεια μπορούσε, αφήνοντας μας να χωνέψουμε το αυτονόητο αφού λίγο πριν την είδαμε να μιλάει με έναν από αυτούς.

Ο καπετάνιος μας άκουγε τις αναφορές από τους “ανιχνευτές” σιωπηρά και με ανεξιχνίαστη έκφραση.
Άμπερλη,” ψιθύρισα, “καταραμένη εσύ και τα νερά σου...” συνέχισα το μουρμουρητό κοιτάζοντας τα απομεινάρια από μια ανεξήγητη καταστροφή. Θα ορκιζόμουν πως ένιωσα τον ηλεκτρισμό στην ατμοσφαίρα μέσα σε εκείνες τις στιγμές σιωπής με το κοινό ερώτημα να ροκανίζει το εσωτερικό των κρανίων μας:  “τι στην Άβυσσο είχε συμβεί εδώ;”

Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, αν τα κομμάτια ξύλου ήταν από ένα καράβι ή από δέκα. Κομμάτια από πανιά “κολυμπούσαν” στο νερό, ανάμεσα στα πτερύγια που περιέφεραν στωικά το πλοίο μας, φέροντας πάνω τους σύμβολα που κανείς μας δεν μπορούσε να αναγνωρίσει.

Μια ρυθμική λάμψη λίγα μέτρα παραπέρα μας τράβηξε την προσοχή. Οι μάγοι ψέλλισαν αντανακλαστικά φράσεις από γητείες ακύρωσης και προστασίας, ενώ όλοι πιάσαμε τις  λαβές των όπλων μας μας στον ίδιο ρυθμό. Μετά από τόσες μάχες σαν ομάδα, η αντίδραση μας στον επικείμενο κίνδυνο δεν θα μπορούσε να είναι κάποια άλλη.
Μια στιγμή ήταν αρκετή για να τεντωθούν τα νεύρα μας…, όλος αυτός ο πανικός για να δούμε μόνο και μόνο πως η πηγή φωτός δεν ήταν παρά ένα περίεργο κατασκεύασμα στο μέγεθος βαρελιού· σαν αυτά που έχουμε μέσα, αυτή τη νέα σκόνη, την πυρίτιδα.

Το περίεργο αντικείμενο, φτιαγμένο από σφυρήλατο σκούρο μέταλλο και έναν καλό κομμένο κρύσταλλο στην κορυφή του, επέπλεε στην, κατά τα άλλα, ήρεμη επιφάνεια του νερού.

Μα τι σκύλα θεά,” απηύδησε ο καπετάνιος, “τι είναι πάλι ετούτο;” είπε με γουρλωμένα μάτια, καθώς ένας γνώμος που ήξερε από μαγεία, με κάποια τηλεκίνηση ανέσυρε το περίεργο κατασκεύασμα ως το κατάστρωμα.

Ακόμα και αν δεν αναβόσβηνε ο κρύσταλλος στην κορυφή του, ήταν αυτονόητο πως κάποια μαγεία εμπλέκονταν στην υπόθεση. Πως αλλιώς θα μπορούσε να επιπλέει κάτι τόσο βαρύ..;

Ο ιερέας του πληρώματος, ένας άνθρωπος ταγμένος στις αρετές του Ντενίρ, έτεινε την παλάμη του προς  το αντικείμενο και άρχισε να ψέλνει στο όνομα του θεού, του σε μια προσπάθεια να καταλάβει το είδος μαγείας που το εμπότιζε. Πριν ακόμα προλάβω να κλείσω την δέηση μου -ή βλασφημία, δεν έχει μεγάλη διαφορά όταν μιλάμε για την Άμπερλη, την θεά της κακοτυχιάς και της θάλασσας-, ένα αναπάντεχο θέαμα έλαβε χώρα μπροστά στα μάτια μας. Το μαραφέτι σαν να αντέδρασε στο τελετουργικό του ιερέα και ο κρύσταλλος άρχισε να φωτοβολεί ένα κοκκινωπό χρώμα. Πριν προλάβουμε  καν να σκεφτούμε την επόμενη μας κίνηση, μια πολύχρωμη ρουφήχτρα εμφανίστηκε λίγα μέτρα παραπέρα μπροστά μας. Δεν ξέρω αν το πιο τρομακτικό ήταν το χρώμα της, που εναλλάσοταν σε όλο το εύρος της ίριδας ή το γεγονός πως δεν εμφανίστηκε μέσα στο νερό… αλλά κάθετα, πάνω από αυτό. Μια πολύχρωμη δίνη στον αέρα, σαν αδηφάγο στόμα κάποιου γηραιού και ξεχασμένου θεού που κάποιοι αδαείς διέκοψαν τον αιώνιο λήθαργο του.

Άκουσα το ξωτικό του φεγγαριού, που είχε ακόμα τον μαγικό βολβό ενεργό να ουρλιάζει, “Ένα ρήγμα! Καπετάνιο πρέπει να φύγουμε από εδώ! ΤΩΡΑ!”. Η φρίκη της νεαρής ξωτικιάς, ζωγραφισμένη στο καλοσχηματισμένο πρόσωπο της νεότητας, μου έδωσε να καταλάβω πως το “ρήγμα” πρέπει να ήταν κάτι πολύ πιο κακό από όσο ήδη φαινόταν.

Σαν επίρρωση αυτών των στιγμιαίων σκέψεων η δίνη στον αέρα άρχισε να ρουφάει αχόρταγα οτιδήποτε υπήρχε κοντά της. Αέρα, σανίδες, ψάρια ακόμα και τη θάλασσα την ίδια. Ο ελκόμενος όγκος νερού, που πλέον έμοιαζε σε μικρό λοφάκι, άρχισε να τραβά το Λαβύρινθο μαζί του. Δεν απήχαμε παρά μόνο λίγα μέτρα από την πύλη, που ήταν ίσαμε δύο φορές το πλοίο μας.

Ένας μάγος άρχισε να ψέλνει κάτι σε μια γλώσσα άγνωστη και σχεδόν αμέσως η ξωτικιά του φεγγαριού, με το θαμπό και αψεγάδιαστο δέρμα, μιμήθηκε τις φράσεις και τις χειρονομίες του. Μέσα σε ένα δίστιχο και με συντονισμό που μαρτυρεί καλοδουλεμένο ντουέτο, οι φωνές τους ενώθηκαν για να φτάσουν σε κρεσέντο. Οι γαλάζιες ρόμπες τους κυμάτισαν, καθώς κούναγαν μανιασμένα τα χέρια τους προσπαθώντας να πλέξουν μια κάποια γητεία. Σε λιγότερο απ'ο τρεις στίχους μετά, οι επωδές μετατράπηκαν σε φρικτές κραυγές πόνου. Κάτι πρέπει να  πήγε λάθος στο ξόρκι τους....., το κόστος για αυτό ήταν να μετατραπούν σε πυρωμένα αγάλματα, γεμάτα ρωγμές, για να χαθεί στη συνέχεια η σκόνη τους μέσα στην έλξη της πολύχρωμης δίνης. Μέσα σε αυτές τις στιγμές πανικού μείναμε όλοι σαν παγοκολώνες στην θέση μας, μην ξέροντας τι να κάνουμε.

Σχεδόν όλοι......
Ένας νάνος παλαδίνος του Κλάνγκεντιν, που είχαμε μαζέψει από το νησί Μέσα Σου, έκανε το πιο απίστευτο.... Με μια κραυγή και αυταπάρνηση που επισκιάζει(!) ακόμα και τον πιο σκληρό νάνο βασιλιά, όρμησε στον κρύσταλλο. Ίσως θεώρησε τους μάγους και την ύπουλη -κατά τον ίδιο- τέχνη τους, ανίκανη και υποδεέστερη σε σύγκριση με τα όπλα που έχει σφυρηλατήσει ένας νάνος σιδεράς. Ίσως αυτή η απαράμιλλη οργή του που έκανε τις φλέβες του λαιμού του να πεταχτούν, να του έδινε την αίσθηση της αθανασίας. Ίσως πάλι και να είχε φτάσει η ώρα να τα πιει με τον θεό του... Κανείς μας δεν θα μάθει τι σκεφτόταν όταν επιτέθηκε με εκείνο το περίτεχνα σκαλιστό σφυρί.

Όπλο και νάνος είχαν την ίδια μοίρα με τους μάγους. Βλέποντας το αυτό και νιώθοντας όλοι ανήμποροι - θεοί,πόσο άσχημος χαρακτηρισμός-, μην ξέροντας τι άλλο να κάνουμε, κοιτάξαμε όλοι τον καπετάνιο μας για οδηγίες, διαταγές, κάτι…

"ΚΡΑΤΗΘΕΙΤΕΕΕ!" φώναξε, σαν να μας έδινε το σύνθημα για να κρατηθούμε από όπου μπορούσαμε. Λες κάποιο κύμα θα μας χτυπούσε αιφνίδια. Ο ίδιος είχε γραπώσει το πηδάλιο, και με τα μάτια του καρφωμένα στην πορεία μας, έκανε το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να γίνει. Κουμάνταρε το σκαρί μας όσο καλύτερα μπορούσε. Αφού δεν υπήρχε περίπτωση να ξεφύγουμε από την πύλη, τουλάχιστον δεν θα άφηνε το πλοίο ακυβέρνητο.

Η ρωγμή μας ρούφηξε σαν δυσάρεστη συνήθεια. Ένα πνιγηρό και αναπόφευκτο συναίσθημα που μας έχωσε σε ένα κοντό λαγούμι. Το πέρασμα, καμωμένο από το τίποτα και μια μαύρη θάλασσα αστερισμών, μας ξέβρασε ξανά στην πραγματική θάλασσα μέσα σε μια στιγμή.

Αφού συνήλθαμε από το ταρακούνημα, καταλάβαμε σχεδόν αμέσως πως ήμασταν μακριά από τον αρχικό μας προορισμό, και μάλλον πολύ μακριά από το γνωστό αρχιπέλαγος. Πυλώνες από μέταλλο και με κρυστάλλινες αιχμές αναδύονταν ακίνητοι από το νερό, περικλείοντας μας μέσα σε έναν τεράστιο νοητό ημικύκλιο. Τα πρίσματα πάνω τους, αναβόσβηναν ρυθμικά σε ένα πορτοκαλί φως, “...μα τον Μασκοφόρο θεό και τις χίλιες του πλεκτάνες, που είμαστε;;;” η ερώτηση του ντρόου πολεμιστή, ενός ξωτικού με πάλευκα μαλλιά και εβένινο δέρμα, μας έκανε όλους να κοιτάξουμε από την αντίθετη πλευρά και οι φωνές μας ενώθηκαν αυθόρμητα σαν χορωδιακό φωνήεν μέσα στο δέος που μας κατέβαλε, αφού αντικρύσαμε κάτι το απερίγραπτο.

Το λιμάνι που βρισκόμασταν, ήταν μακράν αλλιώτικο από ότι είχαμε δει στα ταξίδια μας ή ακούσει από ιστορίες έως τώρα. Τα κτίρια πνίγονταν το ένα μέσα στο άλλο. Αυτό το σφήνωμα όμως απέδιδε κάτι το αλλιώτικα όμορφο. Λουσάτα αρχοντικά με την ντελικάτη γραμμή των ξωτικών, κάστρα με χοντρούς πλίνθους και μεταλλικές γέφυρες με πυργωτές κορυφές να ενώνουν σε τέλεια αρμονία σπίτια, μαγαζιά, ταβέρνες και οίκους ανοχής. Τα μάτια μας δυσκολεύονταν να ξεχωρίσουν που σταματούσε η συστάδα από χαμόσπιτα στις κακόφημες γειτονιές του λιμανιού -υποθέτω κάποια πράγματα δεν αλλάζουν πουθενά- και που μέσα σε αυτή άρχιζαν τα όρια κάποιας ακριβής οικίας. Όλα μαζί στριμωγμένα, να πασχίζουν για να ανασάνουν και για λίγη γη. 

Η περίεργη συμβίωση με την αλλόκοτη πολεοδομία έφτανε ως τα όρια των ματιών μας αλλά και της ίδιας μας της αντίληψης. Ο πολιτισμός είχε καταπιεί κάθε σπιθαμή γης. 

Πρέπει να παρατηρούσαμε κάμποσο αυτό το υπερθέαμα όταν ακούσαμε τον καπετάνιο μας να αναφωνεί το “Ανάθεμα...”, ξεψυχισμένα, ανάμεσα στο δέος και την φρίκη, και όλοι κοιτάξαμε στον ουρανό για να δούμε αυτό που τον είχε ταράξει τόσο. Σε όλους μας κόπηκε η ανάσα, όταν είδαμε πολύχρωμα φώτα να ανάβουν στον ουρανό.

"Ω,θεοι...!” ήταν η σειρά μου να αντιδράσω μπροστά σε αυτή την φαντασμογορία της στιγμής. Οι μορφές αιωρούμενων και πελώριων κτισμάτων άρχισαν να διαγράφονται στον αέρα.