Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019 22:20

Ημερολόγιο Μινώταυρου: Ράβνικα - Το σκουπίδι σου, ο θησαυρός μου

Γράφτηκε από τον
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Αυτή η σειρά άρθρων αποτελεί μια προσπάθεια απόδοσης των περιπετειών του Λαβύρινθου σε μορφή διήγησης. Τα μέλη του Λαβύρινθου, φέρουν την κωδική ονομασία Μινώταυροι και με τις δράσεις τους (Events), ταξιδεύουν ως τα πέρατα του κόσμου (και όχι μόνο), με σκοπό το πάθος για περιπέτεια να παραμένει ζωντανό στις καρδιές όλων....
Οποιοσδήποτε συσχετισμός με πρόσωπα, συμβάντα και μέρη (δεν) είναι συμπτωματικός. 

 

 

Οι μέρες κυλούσαν αδιάφορα μέσα στο πολιτισμικό χάος της Ράβνικα. Πλέον όλοι οι “Μινώταυροι” του λαβύρινθος, είμασταν επίσημα μέλη των συντεχνιών που προτίνος υποδύμασταν τα μέλη της. Δεν ξέρω, πολύ ποιητικό.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πως περιμένουμε τους μάγους-επιστήμονες της οργάνωσης Ιζζετ να επισκευάσουν την πύλη που θα μας επιστρέψει στον κόσμο μας, αλλά και την έγκριση από την γερουσία Αζόριους για να αποχωρήσουμε από τον κόσμο αυτό. Η γραφειοκρατία δεν αλλάζει πουθενά τελικά.
Όπως και αν έχει όμως, εάν ζεις μόνος και ανεξάρτητος στους αγριότοπους ή μέσα στην ασφάλεια των τειχών του πολιτισμού, ένα πράγμα είναι σίγουρο: και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να “αγωνιστείς” για την επιβίωση σου.

Με την Ράβνικα να έχει πάρει τα ζίνος μας-τα χρυσά μας νομίσματα δηλαδή- και με τις αμοιβές από τις συντεχνίες μας να μην φτάνουν ούτε για ένα βράδυ στον Πετρόμυλο, την ταβέρνα που μαζευόμαστε, έπρεπε να κάνουμε κάτι. Και αν μη τι άλλο, ό,τι και αν ψάχνεις, αυτό σε γυρεύει ήδη.
Ο Κάηρουν, ο ιδιοκτήτης του Πετρόμυλου, που τόσο σουρεαλιστικά είναι μινώταυρος στην φυλή, μας είπε πως μια δρυίδης απο το σμήνος Γκολγκάρι ψάχνει ικανούς και εχέμυθους για μια αποστολή.
Αυτή η Ράβνικα είναι χειρότερη και απο το Υποσκότος, ακόμα και όταν οι δαίμονες είχαν ξαμολυθεί στα υπόγεια σπήλαια του. Με τα λεφτά μας να έχουν σχεδόν τελειώσει όμως, δεν είχαμε και πολλές επιλογές.
Την επόμενη κιόλας μέρα κατεβήκαμε στους υπονόμους.
Όπως το περιμέναμε, δεν μας περίμενε η ευωδία ολανθιστου κήπου εκεί μέσα, αλλά σίγουρα αυτό που συναντήσαμε ξεπερνούσε κάθε προσδοκία.
Το φώς του ήλιου που περνούσε από τις σχάρες των δρόμων μαζί με τους φωσφορίζοντες μύκητες που έκκλυαν το γαλανόλευκο ή πρασινωπό φώς τους, οι υπόνομοι φωτίζονταν αρκετά για να μπορεί να τους διασχίσει κάποιος με σχετική ευκολία. Σαν να μην έφτανε αυτό, εκείνο που μας έκανε εντύπωση, ήταν η κινητικότητα μέσα στους υγρούς διαδρόμους της. Μέχρι να φτάσουμε στο σημείο συνάντησης, ο δρόμος μας διασταυρώθηκε με κάνα δύο κάρα που μετέφεραν πτώματα….
Φρίξαμε όταν είδαμε πως τα υποζύγια του κάρου ήταν δύο ορκ... ζομπι, άβουλα και νεκροζώντανα πλάσματα, με ένα μπάσταρδο ξωτικό να τα οδηγεί.
Αφού μιλήσαμε με τον οδηγό μάθαμε πως πήγαινε τα άψυχα κορμιά για “ανακυκλωση”. Τα πτώματα θα γίνονταν λίπασμα για τις καλλιέργειες τροφής.
Μια αναγούλα πέρασε από την μικρή μας ομάδα, όταν συνειδητοποιήσαμε πως τόσο καιρό εδώ, τρώμε φαγητό από αυτές τις καλλιέργειες.
Συνεχίζοντας τον δρόμο μας, με βαριά καρδιά μετά από αυτά που μάθαμε, φτάσαμε σε ένα παράξενα μεγάλο δωμάτιο με το βρωμόνερο να μας έχει φτάσει ως τους αστραγάλους. Ο ήχος της σταγόνας που πέφτει αιώνια και με αργό ρυθμό πάνω στην επιφάνεια του νερού, έσπαγε την σιωπή του μέρους. Πότε πότε ένα πλατσούρισμα ακούγονταν από πίσω, μέσα στο δωμάτιο, εκεί που δεν έφταναν να δουν τα μάτια μας.
Κοιτώντας το πιο προσεκτικά υπό το φώς των φωσφορίζων μανιταριών, παρατηρήσαμε παράθυρα να υπάρχουν στους πέτρινους τοίχους. Παράθυρα που έμοιαζαν να είναι κλεισμένα με τοίχους απέξω. Η αίθουσα πρέπει να ήταν δωμάτιο από κάποιο αρχαίο κτίσμα που από πάνω του χτίστηκε κάτι εκ νέου. Τώρα που το σκέφτομαι όλοι οι υπόνομοι είναι ακριβώς το ίδιο. Πόλεις ολόκληρες που από πάνω τους χτίστηκε κάτι καινούργιο και κατέληξαν να είναι οι υπόνομοι και βάση των δραστηριοτήτων του σμηνους Γκολγκάρι.

Μια γυναικεία φωνή μας έβγαλε από τις δυσοίωνες σκέψεις μας. Μια ξωτικιά των δασών μας πλησίασε. Φορούσε ένα πράσινο χιτώνα με υπερβολικά μεγάλο γιακά. Καθώς το φώς από τους μύκητες την έλουσε, συνειδητοποιήσαμε πως δεν ήταν γιακάς αυτό που βλέπαμε, αλλά πολλές στρώσεις μανιταρίων, σαν αυτά που ξεπετάγονται στους κορμούς των δέντρων. Τατουάζ με το σύμβολο της συντεχνίας των Γκολγκάρι, κοσμούσαν το πρόσωπο της. Ο δρυίδης απο την ομάδα μας, ταγμένος στην ίδια συντεχνία με αυτήν, την πλησίασε.
Πάνω στην ώρα.” είπε η γυναίκα με την αυστηρή φωνή και μας συστήθηκε ως Βέσκα.
Βρήκα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αντικείμενο στα ταξίδια μου τελευταία.” Αρχισε να μας λέει η Βέσκα μετα τις συστάσεις, “Αφού έκανα μερικές έρευνες, οι υποψίες μου ήταν σωστές. Το όνομα του είναι φιάλη αναμνήσεων.” συνέχισε βγάζοντας από την σάκα της ένα διαφανή φιαλίδιο.
Βέβαια, έπρεπε να βρώ έναν τρόπο να το κάνω ρευστό.” είπε με χροιά αυτονόητου. “¨Έριξα ένα σήμα στην πιάτσα για το αντικείμενο αυτό και εξεπλάγην που εμφανίστηκε υποψήφιος αγοραστής μέσα σε μόνο λίγες ώρες. Βέβαια, ο πελάτης μου έχει κάποιους όρους, αλλά όπως και αν έχει, δέχτηκα την προσφορά.” συνέχισε τον μονόλογο της.“Ο πελάτης μου δεν θέλει μόνο το φιαλίδιο, αλλά και κάποιες αναμνήσεις μέσα σε αυτό. Γνωρίζω τα ονόματα των υποκειμένων και τις αναμνήσεις που επιθυμεί.


Αυτό μόνο;” ρώτησε ο Χανόον, o μάγος διαβλίδιο της ομάδας μας που κρατούσε σημειώσεις καθ όσο η Βέσκα μιλούσε.
Ναι!, νομίζω πως έχετε ό,τι χρειάζεστε. Οι παραπάνω πληροφορίες μόνο επιζημιες θα μπορούσαν να είναι... για όλους μας.”  Είπε κοιτώντας τον δρυίδη μας με νόημα.
Η αμοιβή είναι στα πεντακόσια ζίνος. Σας ενδιαφέρει;” ο τόνος της είχε γυρίσει ξανα στο αυστηρό της.
Για να είμαστε εδώ αναμφίβολα μας ενδιαφέρει, αλλά οφείλω να παραδεχτώ πως η πόλη σας είναι λίγο…. ακριβή.” έιπε ο Μαθούριον, ο δρυίδης μας με απολογητικό ύφος.
Η Βέσκα τον κοίταξε λίγο λοξά πιάνοντας το υπονοούμενο.
Σε ακούω μορφονιέ.” είπε χαμογελώντας του, και αλήθεια προσπαθούσα να καταλάβω τι το ωραίο έβρισκε στον λιγδιάρη μας με την βρώμικη φορεσιά από δέρματα και σπασμένα κόκαλα.
Αλλα τι να πεις βίτσια είναι αυτά….
Ε, να ανεβάσουμε λιγο την αμοιβή και ξέρεις, η Ράβνικα είναι σκληρό μέρος, κάθε βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη” συνέχισε χαμογέλόντας και αυτός με την σειρά του.
Ω, μα είναι ήδη αρκετή η αμοιβή για ένα τόσο απλό ...αίτημα.” απάντησε η ξωτικιά με προσποιητά θιγμένο ύφος.
Και με την αποπεράτωση της αποστολής θα ήταν μεγάλη μου χαρά να με ξεναγήσεις στα….κατατόπια.” είπε ο Μαθούριον με όση σαγήνη μπορεί να τον διακατέχει.
Ενδιαφέρον.” είπε και χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά. Η αμοιβή μας ανέβηκε στα επτακόσια πενήντα ζίνος και έδωσε ένα περιδέραιο στον Μαθούριον. ‘Ενα σκουριασμένο έμβλημα των Γκολγκάρι.

 

Το αντικείμενο θα διατειρούσε τις σκέψεις για εικοσιτέσσερις ώρες, άρα έπρεπε να βιαστούμε.
Αρχικά πήγαμε να βρούμε το πρώτο υποκείμενο ονόματι Αργκόνα. Μια κένταυρο, απόστρατη των Γκρούλ και πλέον νέο μέλος των Σελέσνια.
Πήγαμε στην τρίτη πτέρυγα, την περιοχή που οι Σελεσνια διεκδικούν με διαφορά.  Όλο το μέρος καταπράσινο να σφύζει από ζωή και αγαλλίαση. Μια ηρεμία που δεν υπάρχει στις άλλες περιοχές. Πάρκα, κατοικίες και μεγαλοπρεπή κτίρια είναι ένα και το αυτό. Κόσμος να διαλογίζεται πάνω στην χλόη και σε κλαδιά δέντρων ενώ άλλο να πηγαινοέρχονται η να δουλεύουν ήρεμοι και αμέριμνοι ανάμεσα τους. Η αστική ζωή μπερδεμένη μεσα στην φύση.
Αφού ρωτήσαμε έναν Λοξόδον-έναν ανθρωπόμορφο ελέφαντα- με τα ράσα κληρικού των Σελέσνια για την Αργκόνα, μας έδειξε την πλατφόρμα της χιλιετηρίδας. Μόνο τότε προσέξαμε τους...όγκους γής να αιωρούνται ψηλά στον ουρανό σαν ανάποδα βουνά, δεμένα με ρίζες πάνω στην γη.

Ένα ζέπελιντ, μπαλονοειδές πλάσμα-μεταφορικό μέσο μας ανέβασε στην πλατφόρμα. Ένας τεράστιος κήπος μας περίμενε εκεί. Όλη η επιφάνεια καλυμμένη με χλόη. Δέντρα και θάμνοι κουρεμένα σε μορφή ζώου περπατούσαν ολούθε τριγύρο.
Δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρούμε την Κένταυρο.
Το στανιο μου!” μονολογουσε και κάλπαζε αργά και θυμωμένα καθώς πλησίαζε ένα θάμνο κρατώντας ένα μεγάλο ψαλίδι. “Δύο ακόμα είστε!” έλεγε μέσα από τα δόντια της και είδαμε το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο.
Καλημέρα,” είπε ο Χανόον, για να της επιστήσει την προσοχή και μονο τότε φάνηκε να αντιλαμβάνεται την παρουσία μας.
Ναι, τι;” απάντησε η κένταυρος και προσπάθησε να κρύψει την οργή της μόλις μας είδε.
Μήπως είστε η κ. Αργκόνα;” συνέχισε το διαβλίδιο.
Αυτοπροσώπως, αλλά να με συγχωρείτε, έχω δουλειά να κάνω!” είπε και το βλέμμα της εστίασε απειλητικά προς έναν θάμνο δεξιά μας.
Α, υπέροχα, θα θέλαμε...” έκανε να πει ο μάγος αλλά η κένταυρος κάλπαζε ήδη φωνάζοντας μια πολεμική ιαχή προς τον θάμνο. Το φυτό σηκώθηκε και μετακινήθηκε απ’ την κόψη του ψαλιδιού και άρχισε να τρέχει μέσα στον κήπο.
“Έλα στους Σελέσνια μου είπανε! Θα είναι χαλαρά μου είπανε! Ναι μωρέ!” πέταξε το ψαλίδι φτύνοντας την κάθε φράση.  Η κένταυρος έβραζε από θυμό και χτυπούσε με τις οπλές της το έδαφος, σκαλίζοντας το γρασίδι.
Συγνώμη καλή μου κυρία…” προσπάθησε ξανά ο μάγος, “...ίσως θα μπορούσαμε να σας βοηθήσουμε στο επιχειρημα σας.
Η Αργκόνα φάνηκε να ηρεμεί και μας είπε πως έπρεπε να κουρέψει δύο ακόμα αφυπνησμένα-φυτά και να τους δώσει όψη ζώου.
Διαταγή εκ των ανωτέρων της για να έρθει σε επαφή με τον εσωτερικό της κόσμο. Απο όσο καταλάβαμε δεν πήγαινε και τόσο καλά ώς τώρα.
Δεχτηκε να μας παραχωρήσει την ανάμνηση που θέλαμε, το όνομα από ένα βιβλίο κηπουρικής που είχε επιστρέψει στην βιβλιοθήκη Ισμέρια, αν την βοηθήσουμε να κουρέψει τα φυτά που δεν κάθονται στην θέση τους.
Κανείς μας δεν περίμενε πως το να πιάσουμε δύο θαμνους θα ήταν τόσος μπελάς. Το κυνηγητό εληξε μετά από δύο ώρες και χρειάστηκαν κάνα δύο ξόρκια μας για να τα καταφέρουμε. Οι θάμνοι δεν έμοιαζαν επ’ ουδενί λόγο με μορφές ζώων μετά το τριμάρισμα, αλλ'α η κένταυρος φ'ανηκε ικανοποιημέμνη με το αποτέλεσμα.
Πολύ δουλειά για το όνομα ενός βιβλίου θα έλεγα.” είπε βλέποντας μας καταϊδρωμένους.
Αν και τώρα που το θυμάμαι, διάβαζα ένα βράδυ υπο το φώς του κεριού και ορκίζομαι πως είδα κάτι περίεργα σύμβολα να αχνοφέγγουν στις κιτρινισμένες σελίδες του.” πρόσθεσε η Αργκόνα. Αφού ο μάγος επιβεβαίωσε πως δεν θυμάται κατι αξιολογο περαιτέρω η κένταυρος, με μεγάλη μας χαρα απομακρυνθήκαμε από την πλατφόρμα της αιωνιότητας.

Είχε φτάσει κιόλας το απόγευμα όταν πλησιάζαμε προς τα σύνορα της δέκατης περιφέρειας.
Μάθαμε πως ο επόμενος ενδιαφερόμενος μας, είναι ένας άναρχος και χωρίς συντεχνία κλεπταποδόχος με το όνομα Ψαροκόκκαλος. Δουλεία μας ήταν να μάθουμε για την τοποθεσία ενος αντικειμένου που ξερνάει φλόγες-φλογοβόλο νομίζω πως άκουσα έναν από εμάς να το αναφέρει- το οποίο κάποιος το έχει ενισχύσει με μίζιουμ (κάποιο είδος κράματος).
Φτάσαμε στα περίχωρα που μάθαμε που θα τον βρούμε. Στην περιοχή “της συντριβής”, όπως είναι το όνομα της.

Μόλις φτάσαμε αντικρύσαμε έναν ρημαδότοπο, με μισογκρεμισμένα κτίρια και υπεραναπτυγμενα φυτά. Το καφέ και το πράσινο των φυτών, κέρδιζε την μάχη με το γκρίζο της πέτρας, καθώς λεπτά δέντρα σκαρφάλωναν πάνω στα χαλάσματα και απομεινάρια απο εγκαταλελειμένα κτίρια.Οι πληροφορίες μας μας οδήγησαν σε μια παλιά πλατεία, που το μεγαλύτερο μέρος της είχε καταληφθεί ξανά από την ​​φύση. Φτάσαμε μπροστα σε έναν παλιό πύργο, ο οποιος εξακολουθεί να ορθόνεται καμια εικοσαριά μέτρα πάνω από το έδαφος. Λεπτές σκάλες ξεπρόβαλλαν ολογυρα στα συντρίμμια.
Μια καταπώς μεγάλη εστία στο κέντρο της περιοχής μαζί με τις κρυμμένες σκηνές ολόγυρα, μας έδωσε να καταλάβουμε πως είχαμε φτάσει στο σωστό σημείο. Δεν περιμέναμε να κατοικούν πολλοί σε αυτούς τους ρημαδότοπους. 
Ένα σφύριγμα ήχησε απο τον πύργο και όλοι υψώσαμε το βλέμμα μας να δουμε απο που ήρθε. Όποιος ή ό,τι και αν το είχε κάνει, πλέον είχε εξαφανιστεί, παρόλα αυτά, το “σύνθημα” πρέπει να είχε κάνει την δουλειά του, μιας και ένα ζευγάρι ανθρώπων οπλισμένοι, με καταπώς φαινόταν, αυτοσχέδια όπλα και ρούχα, θα ‘λεγε κανείς, άρχισαν να μας πλησιάζουν και μαζί τους έφερναν δύο δεμένα υπερμεγέθης σκυλιά.
Οχι σκυλιά, αλλά αγριόχοιρους όπως διαπιστώσαμε μερικές στιγμές αργότερα.


Βρε καλως τους!” άρχισε να λέει ο άνδρας από το ζευγος χαμογελώντας μας χαιρέκακα καθώς πάσχιζε να κρατήσει το κατοικίδιο του με μια χοντρή τριχιά από ρίζες.
Καλησπέρα κύριοι!” απάντησε η Ολένα, η ξωτικιά δρυίδης της μικρής μας ομάδας. “Γυρεύουμε τον Ψαροκόκκαλο.” συνέχισε η μελαχρινή ξωτικιά.
Και εγω γυρεύω το φανάρι των ψυχών.” συνέχισε ο μελαμψός άντρας περιπεκτικά, προκαλόντας το μνησίκακο γέλιο της συντρόφου του.
Δεν κατάλαβε κανείς μας για τι πράγμα μιλούσε.

Μια φιγούρα ξεπρόβαλε από τον πύργο που είχαμε ακούσει το σφύριγμα πριν απο λίγο.
Ένα ξωτικό που σίγουρα στις φλέβες του έρεε και αιμα ανθρώπου, μας πλησίασε. Ντυμένος στην τρίχα με ακριβά ρούχα και ένα λεπτό ξίφος να κρέμεται από την ζώνη του.
Ο Ψαροκόκκαλος;” ρώτησε η Μπρί, μια κοπελίτσα, φαινομενικά τουλάχιστον, μέλος της ομάδας μας.
Θα μπορούσε,” άρχισε να λεει ο άνδρας, ενοχλημένος προφανώς που κάποιος τον έχει βρεί χωρίς να τον καλέσει ο ίδιος, “ τι ζητάτε;” συνέχισε ψυχρα.
Αφου του εξηγήσαμε πως χρειαζόμαστε μια πληροφορία-ανάμνηση από ένα αντικείμενο που ξερνάει φλόγες, φάνηκε να γνωρίζει για τι πράγμα του μιλούσαμε απο τις εκφράσεις του.
Ναι, κατάλαβα.” άρχισε να λέει και ένα χρυσό δόντι άστραψε στο φωτισμό της μεγάλης εστίας που έκαιγε παραπέρα, “Μόνο που πρέπει να καταλάβετε πως…. δεν δίνω ούτε ζίμπ(όπως λένε το χάλκινο νόμισμα, εδώ στη Ραβνικα) για το ποιοι είστε ούτε και γιατι ψάχνετε.” συνεχισε να λέει με υφος ψηλόμυτη ευγενή.”Και τώρα πάρτε δρόμο πριν βάλω τα παιδιά να σας δώσουν μια πραγματικά άσχημη μέρα.” συνέχισε χαμογελώντας με την σειρά του χαιρέκακα.
Και πάνω που νόμιζα ότι δε θα το ζητούσες ποτέ!” απάντησε η Ολένα ερεθισμένη και η φράση της πνίγηκε μέσα σε κραυγές ζώου καθώς μεταμορφωνόταν σε αρκούδα.
Το ζεύγος αμόλησε τα γουρούνια και αυτά σαν εκπαιδευμένα σκυλιά όρμησαν καταπάνω μας. Η Ολένα, με την μορφή καφετιάς αρκούδας πλέον, έριξε μια σφαλιαρα στο ένα εισερχόμενο κτήνος παραμερίζοντας το λίγα μέτρα παραπέρα, ανακόπτοντας του την φόρα. Αυτή η κίνηση της όμως επέτρεψε στον χαυλιόδοντα του κάπρου να σκίσει τον αρκουδο-πήχη της. Το αίμα της αρκούδας έρεε ποτάμι πλέον.
Ο Μαθούριον, χτύπησε το ραβδί του στο κράσπεδο και αγκαθωτές ρίζες ξεπρόβαλαν για να πιάσουν τον αγριόχοιρο. Το ένα γουρούνι ήταν εκτός μάχης ήδη.
Το δευτερο κτήνος χήμιξε προς τον Αλχόον, τον μάγο διαβλίδιο με το σκούρο δέρμα, και απεφάνθει αρκετά γρήγορο για τον ίδιο. Ο χαυλιόδοντας του μπήχτικε μέσα στο μηρό του αφαιρώντας του ένα κομμάτι σάρκα καθώς τον σώριαζε στο πέτρινο έδαφος. Αυτό τον ανάγκασε να ανακόψει τους ψαλμούς απο την γητεία που ύφαινε. Ο μάγος, δεν το περίμενε αυτό. Παρόλα αυτά έδειξε με την παλάμη του τον αγριοχοιρο που είχε πάρει ξανά θέση μάχης για να του επιτεθεί, φώναξε κάτι σε μια γλώσσα που το άκουσμα της, έδωσε την αίσθηση πως καποιος γρατζουνάει τα αυτιά μας. Το γουρούνι έτρεχε ήδη καταπάνω στον εκτεθειμένο μάγο όταν μια κουβέρτα απο μαινόμενες φλόγες τύλιξε το κορμί του. Ο βρυχηθμός του πυρός έπνιξε τα σκουξίματα του πλάσματος καθώς η μπόχα καμένης γούνας και σάρκας κατέκλυζε τον αέρα.
Ένα βέλος που φάνηκε σαν να ήρθε απο το πουθενα, πέρασε ξυστά από τον σβέρκο μου, καθώς έπαιρνα θέση μάχης μαζί με τον Τζόνη, έναν άνθρωπο πολεμιστή που τώρα φορούσε τα διακριτικά των Ορζόβ. Ένα δευτερο βέλος σφύριξε και καρφώθηκε στο μπράτσο του, διαπερνώντας την μεταλλική πανοπλία του καθώς οι δύο βάρβαροι ορμούσαν φωνάζοντας προς το μέρος μας.
Ο Τζόνυ ύψωσε την ασπίδα του και έβγαλε το τσεκούρι του άνδρα, που σημαδευε το κεφάλι του, εκτός τροχιάς με σχετική ευκολία καθώς κάρφωνε τον μ του αντιπάλου του με το μακρύ σπαθί του.
Μπρι! Ζακ! Τον σκοπευτή!” φώναξα αλλά κατάλαβα πως ήταν περιττή η προσταγή μου μιας και ο Ζακ ήδη έριχνε με τον τόξο του στην κορυφή του πύργου για να κάνει αντιπερισπασμό, ενώ η Μπρι σκαρφάλωνε τάχιστα την πέτρινη επιφάνεια.
Η οργή είχε παραμορφωσει το προσωπο της γυναίκας βαρβάρου που άρχισε να μου επιτίθεται με το μακρύ και αυτοσχέδιο δορυ της.
Κανονικά, κανείς δεν θα είχε λόγο να ανησυχεί ενάντια σε μια εχθρό με ένα τόσο κακής ποιότητα όπλο. Το δόρυ της ήταν τουλάχιστον πρωτόγονης τεχνικής κατασκευασμένο. Ένα μακρύ κλαδί με μια ακονισμένη πέτρα για αιχμή τοποθετημένη στην άκρη του. Το πρόβλημα είναι πως οι φλεβες της πεταγονταν απο το πρόσωπο και το κορμί της, πάνω από τους μύες της που πλέον είχαν πρηστεί. Ακόμα και ένα αρχαίο όπλο σαν και αυτό που κράδαινε, μπορούσε να αποφανθεί μοιραίο σε συνδυασμό με την ωμή δύναμη που μαρτυρούσε η κατάσταση της.
Η Αρκούδα μας πλέον κούτσαινε και το αίμα από τον τσακισμενο της πήχη είχε σχηματίσει μια δυσαρεστη λιμνούλα αίματος γυρω της.
Έκανε πως παραπατάει και αυτή η ένδειξη αδυναμίας έδωσε σύνθημα στον αγριοχοιρο για να επιτεθεί, μιας και το θύμα του έμοιαζε πλέον ευκολος στόχος.
Το ραβδί του Μαθούριον μεγάλωσε ξαφνικά και πετάχτηκε σαν μαστίγιο στα πλευρά του ζώου που έτρεχε ενάντια στην αρκούδα.
Το αρκουδοπόδαρο της Ολένα χτύπησε απροσμενα γρήγορα το γουρούνι καθώς εφορμούσε να της σκίσει τον λαιμό. Τα σαγόνια της έκλεισαν γύρω από το κρανίο του και ένα ανατριχιαστικό “κρακ” μας έκανε όλους να ανατριχιάσουμε.
Οι υποψίες μου για το δόρυ και τον χειριστή του ήταν εν μέρη σωστές.
Η βάρβαρος επιτέθηκε χωρίς καμια στρατηγική. Άφησε ακάλυπτο τον εαυτό της. Θυσίασε την άμυνα της για να καταφέρει το χτύπημα της.
Θεωρώ πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δουλεψει ένα όπλο σαν και αυτό. Και η φρέσκια πληγή στα πλευρά  μου, το επιβεβαιώνει.
Το γεγονός πως θυσίασε την άμυνα της για περάσει το χτύπημα της όμως, της κόστισε ακριβά.
Ο Τζόνυ θεωρεί τον εαυτό του επαγγελματία τυχοδιώκτη, όπως μας έλεγε μια από τις μέρες που σαλπαραμε με το Λαβύρινθος,”...και ένας επαγγελματίας του κλάδου δεν άφηνε ποτέ ευκαιρίες να πάνε χαμένες.” είχε πει και τώρα καταλάβαινα τι εννοούσε.
Το άνοιγμα στην άμυνα της γυναίκας δραστηριοποίησε τα αντανακλαστικά του πολεμιστή και το κεφάλι της άρχισε να κυλάει σαν τόπι στο έδαφος.
Οταν ειδε τα γουρλωμένα μου μάτια για το ποσο ψύχραιμα και σβέλτα την δολοφόνησε, απλά ανασήκωσε τους ώμους του, σε μια στιγμιαία ένδειξη αδιαφοριας και απέκρουσε ξανά με την ασπίδα του τον πέλεκυ του άνδρα,  που βλέποντας την σύντροφο ακέφαλη πλέον, η μανία έκανε το αίμα του να βράζει.
“Δεν είναι εδώ! Έφυγε ο Μπ@σταρδος!” φώναζε η Μπρι απο την πολεμίστρα του πύργου, εννοόντας τον σκοπευτή.
Ο Τζόνη συνέχισε να εξοστρακίζει το βαρύ τσεκούρι του άλλου και ανάθεμα, ο τύπος χλεύαζε τον αντίπαλό του.
“Που είναι ο Ψαροκόκκαλος;” φώναξε ο Ζακ. Ο κλεπταποδόχος είχε εξαφανιστεί μέσα στην αναμπουμπούλα.
Με την αρκούδα να αγκομαχά καθώς η κηλίδα αίματος είχε μεγαλώσει κατα πολυ, η Ολένα επανήλθε στην πραγματική της μορφή, φτύνοντας κομμάτια από κρανίο και εγκέφαλο γουρουνιού. Προς ανακούφιση μας, οι πληγές της αρκούδας δεν την είχαν ακολουθήσει σε αυτη την μορφή της. “Στον πύργο!” φώναξε με ένα χλιμίντρισμα καθώς μεταμορφώθηκε σε μεγάλο μαύρο άλογο και άρχισε να τρέχει προς την είσοδο του πυργου στα αριστερά μας.
Ο Ζάκ, έστειλε στα τυφλά δύο βέλη μεσα στην σκοτεινή είσοδο του πύργου, περνώντας ξυστά το κορμί του αλόγου που έτρεχε προς την ίδια κατευθυνση.
“Οσο και να γκαρίζεις, είμαι σίγουρος πως δεν θα κάνει την τεχνικη σου ανώτερη.” συνέχισε ο Τζόνη ειρωνευόμενος τον βάρβαρο που μας ορμουσε με τα όλα. Αν ήταν ένας προς έναν αυτή η μάχη, τα βαριά του χτυπήματα ίσως να κέρδιζαν. Τωρα όμως είμασταν δύο. Ξέραμε ο ένας τις κινησεις του αλλου. Η ημικυκλική προβολή του βαριού πέλεκυ διαπέρασε την πανοπλία στον μηρό του Τζόνυ. Η άτσαλη επίθεση μου επέτρεψε ένα κόψιμο στα πλευρά του. “Αυτό ήταν όλο;” συνέχισε ο πολεμιστής την φλυαρία του και πήρε το κεφάλι του βάρβαρου, καθώς το χτύπημα μου του απέσπασε την προσοχή.

Είδαμε την Μπρι να μπαίνει μέσα στον πύργο λίγο μετα απο την Ολένα και το Ζακ, και με τον Τζόνη τους ακολουθήσαμε.
Οι ρίζες κέρδιζαν έδαφος στο σκοτεινό εσωτερικο του πύργου. Το άδειο δωμάτιο είχε μια πετρινη σπειροειδή σκάλα που οδηγούσε σε κάποιο πάνω όροφο.
Άκουσα την Ολένα, μάλλον τις οπλές του αλόγου, να χτυπούν με μανία πάνω στην ξύλινη πόρτα στο τέλος της σκάλας.
Μεχρι να ανέβουμε με τον πολεμιστή, η πόρτα είχε γίνει ήδη σκλήθρες.
Το σκοτεινό κυκλικό δωμάτιο δεν φαινόταν ιδιαίτερα κατοικησιμο, πέρα από ένα πέτρινο κρεβάτι που πάνω του είχαν τοποθετηθεί γούνες.
Ο Ψαροκόκκαλος είχε τραβήξει το λεπτό σπαθί του αλλά το τρέμουλο στο χέρι του μας πρόδωσε την σκεψη του, πως δεν είχε ελπίδες ενάντια σε μια ομάδα μόνος.
“Σας...σας παρακαλώ…” τραύλισε, “θα σας τα πω! Θα σας πω ό,τι θέλετε! Σας παρακαλώ μην με σκοτώσετε! Εχω οικογενεια να ταΐσω!” συνέχισε το κλαψούρισμα ριχνωντας στο πάτωμα το όπλο του.
Η Μπρί εβγαλε το φιαλίδιο που μέσα του πλέον χόρευε μια χορδή από ενέργεια.
Μόλις ο Ψαροκοκαλος έφερε στην σκεψη του την αναμνηση, μια χορδή από ενέργεια, ίδια με το περιεχόμενο της φιάλης, βγήκε από το κούτελο του άνδρα για να βυθιστεί μέσα στο αντικείμενο.
Γυρίσαμε να φύγουμε όταν ακούσαμε το “ΟΧΙ” να πνίγεται μέσα σε έναν γουργουρητό ήχο καθώς ο Ψαροκοκκαλος πνιγόταν από το αίμα του. Ο Τζόνη τράβηξε την λεπίδα του από το λαιμό του άλλου και την σκούπισε πάνω στον ώμο, στο ακριβό ύφασμα, του νεκρού άνδρα.
Όλοι τον κοιτάξαμε με σύγχιση για αυτό που μόλις είχε κάνει.
“Δουλειά των Ορζόβ.” μας είπε χαμογελώντας ενω θηκάρωνε το σπαθί του, λες και αυτό τα εξηγούσε όλα.
“Και από πότε κάνεις δουλειές για του Ορζόβ;” ρώτησε η Μπρι, “Νομιζα πως σκοπος ηταν να παριστάνουμε τα μέλη συντεχνιών μεχρι να φύγουμε απο αυτο το γαμωμέρος, Τζόνη! Όχι να γίνουμε σαν αυτούς!”
“Δεν ξέρω αν θέλω να φύγω.” απάντησε αδιάφορα ο πολεμιστής. “Τα λεφτά που δίνει το συνδικάτο είναι καλά, καλύτερα από όσα θα έβγαζα στην αρένα της Αμν, ή της Νταμάρα, άσε και που η προαγωγή κοντοζυγώνει.” συνέχισε το ίδιο ευθυμα.

Μπορεί να μην μας άρεσε και τόσο αυτή η προοπτική, αλλά τίποτα δεν αναγκάζει τον Τζόνη να παραμείνει μαζί μας. Ο “Λαβυρινθος” εξάλλου είναι μια χαλαρή “οικογένεια”. Δεν μας δεσμεύει τίποτα, πάρα μας ενώνει το πάθος για περιπέτειες.

Φτάσαμε νωρίς το βραδάκι στην πεμπτη περιοχή. Μια περιοχή που δεκάρα δεν εδινε για την αρχιτεκτονική της, καταπως καταλάβαμε. Επίπεδα κτίρια στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια και σχολές ξεπρόβαλαν απο παντου, αφήνοντας πότε πότε μικρές πλατείτσες, σαν προαυλιους χώρους ανάμεσα στα επιβλητικά κτίρια. Aνάμεσα τους, άπειρα εργαστήρια τιθάσευαν την "ελευθερη ενέργεια" όπως μας το ειπανε, τροφοδοτώντας ολάκερη την πόλη



Όλοι νιώσαμε, εκτός από τον μάγο μας νιωσαμε σαν την μύγα μεσ’ το γάλα. Παρόλο που οι ενδυμασίες μας διέφεραν από τον κόσμο που άραζε στα παγκάκια και στα πεζούλια, κανείς δεν μας έδωσε πολύ σημασία. Όλοι τους ήταν απορροφημένοι σε συζητήσεις για διάφορα ζητήματα -οικονομικές μετρήσεις εως φόρμουλες για τεχνουργήματα που μας ήταν παντελώς άγνωστα.
Φτάνοντας στο πανεπιστήμιο του Πρίσματος. Ένα μεγαλοπρεπές και ακριβοπληρωμένο κτίσμα με τεράστιους αυτόφωτους κρυστάλλους να φωτίζουν το μεγαλείο του μέσα στη νύχτα, φανερώθηκε μπροστά μας. Η Βανέσα, μια πληροφοριοδότης μας απο την συντεχνία των Ντιμίρ, ενημέρωσε την Μπρί πως το τελευταίο υποκείμενο της αποστολής μας, διατελεί ως βοηθός κάποιου καθηγητη εκεί.
Βέβαια ο θυρωρός μας είπε πως είδε τον Ντέλριμ Μουν -τον στόχο μας- να φεύγει βιαστικά με ένα πάκο σημειώσεις και αφου μάθαμε πως μένει κοντά, κινήσαμε για το σπίτι του. Περπατώντας μέσα στα στενά της Πέμπτης περιοχής, η Μπρί κατάλαβε πως κάποιος είχε απλώσει χέρι στα υπάρχοντα της.
Παρόλη την αντίληψη της, ο κουκουλοφόρος κατάφερε να της αρπάξει το φιαλίδιο των σκέψεων και άρχισε να τρέχει μέσα σε ένα στενό. Δύο όμοιοι του πετάχτηκαν μέσα από τις σκιές για να μας ανακόψουν τον δρόμο.
Ο Αλχόον φώναξε μια μονοσυλαβη επωδή σαν διαταγή και το στιλέτο του ενός σταμάτησε σε μια γαλανή φούσκα που εμφανίστηκε ξαφνικά γύρω του.
Η Μπρι με την Ολένα είχαν πάρει στο κατόπι τον άλλο, που έμοιαζε να κερδίζει έδαφος. Αλλά η οξύθυμη δρυίδης είχε μια άσχημη μέρα και καμία διάθεση να της στερήσουν την αποστολή της.
Ένας βρυχηθμός ήχησε μέσα στο στενό καθώς ή ξωτικία είχε μεταμορφωθεί σε πάνθηρα. Ο βρυχηθμός ήταν για να τρομάξει έναν ρακένδυτο που βρέθηκε ξαφνικά μπροστά της. Μάλλον τα κατάφερε μιας και ο περαστικός πάγωσε από τον φόβο του, αλλά ακόμα και τα αντανακλαστικά του αίλουρου δεν ήταν αρκετά για να αποτραπεί η σύγκρουση μεταξύ τους.
Η Μπρί, πάτησε πάνω στον τοίχο και έκανε δύο βήματα για να προσπεράσει με ασφάλεια την μάζα από μαύρη γούνα και κουρέλια που κουτρουβαλούσε μπροστά της μέσα σε φωνές και βρυχηθμούς, και πέταξε το στιλέτο της προς τον κλεφτη. Η λεπίδα της καρφώθηκε στην πλάτη του πραγμα που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του. Με μια κυβίστηση, ο κλέφτης εκμεταλλεύτηκε την φορά του και σηκώθηκε ξανά στα πόδια του.
Το φιαλίδιο του είχε φύγει από τα χέρια, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση να το μαζέψει. Αν το έκανε αυτό η Μπρι θα τον προλάβαινε, αντ’ αυτού συνέχισε να τρέχει μέσα στα στενά με το στιλέτο της νεαρής ανθρώπου ακόμα καρφωμένο στην πλάτη του.
Οι άλλοι δύο, που είχαμε πιαστεί στα χέρια με τον μάγο δεν φάνηκαν ιδιαίτερα πρόθυμοι για μάχη. Μόλις ο δικός τους χάθηκε από τα μάτια τους, την κοπάνησαν μεμιάς.
Σκαρφάλωσαν με εξαιρετική ευκολία τους πέτρινους τοίχους και εξαφανίστηκαν πάνω στης ψηλές σκεπές.


Χωρίς άλλα απρόοπτα στην νυχτερινή Ράβνικά, φτάσαμε στο μέρος που μάθαμε πως ήταν το σπίτι του Ντέλριμ Μουν.
Ο εκκωφαντικός ήχος από, μεταλλικά τεχνουργήματα, μας πήρε τα αυτιά με το που πλησιάσαμε.
Αφου ρωτήσαμε, γκαρίζοντας εννοειται, έναν περαστικό τι ήταν όλος αυτός ο σαματάς, μας έδειξε ένα φράγμα νερού και μας είπε κάτι για...μαγνήτριες; όχι, γαννήτριες; γεννήτριες; κάτι τέτοιο τέλος πάντων που δουλεύει με τρεχούμενο νερό.
Η οδός και η περιγραφή με το σπίτι του Ντέλριμ Μουν, ήταν δίπλα ακριβως απο ενα απο αυτα τα μαραφέτια που χαλούσαν τον κόσμο.
Ένα γραμματοκιβώτιο, έξω από μία είσοδο υπογείου, έγραφε το όνομα που μας ενδιέφερε. Κατεβήκαμε τα σκαλοπάτια με τον στενάχωρο διάδρομο και φτάσαμε μπροστά από μια μπρούτζινη πόρτα. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και με τον θόρυβο από τα τεχνουργήματα δεν υπήρχε περίπτωση να μας ακούσει κανείς από μέσα, όσο και αν χτυπούσαμε.
Στον τοίχο δεξία μας, υπήρχε τοποθετημένο ακόμα ένα μπρούτζινο κουτί. Μέσα του υπήρχε ένα αντικείμενο σαν μανιτάρι, κόκκινο και οβάλ, μαζί με ζευγάρια ωτοασπίδες. Αφου φορέσαμε όλοι για να προστατεύσουμε τα αυτιά μας από τον θόρυβο, η Μπρί πίεσε το μανιτάρι, κάτι σαν κουμπί από όσο κατάλαβα.
Στιγμές μετα, άνοιξε την πόρτα ένας από την φυλή των βεντάλκεν, ένα καραφλό ξωτικοειδές με γαλαζωπό δέρμα.



Στα αυτιά του φορούσε και αυτος ωτοασπίδες και με το που μας βλέπει άρχισε να φωνάζει, “Καλώς τους! Πάρτε θέσεις! Ξεκινάμε!” σαν να μας περίμενε. Αυτό μας ξάφνιασε όλους και απλά μείναμε να κοιτάμε τον Ντέλριμ Μουν που πήγαινε φουριόζος προς έναν περίεργο λεβιέ στο στον τοίχο. Με το που σήκωσε τον λεβιέ επιτόπου μυριάδες ηλεκτρικές κενώσεις άρχισαν να σπινθηρίζουν θυμωμένα κατα μήκος χοντρών καλωδίων για να φτάσουν ως τον τοίχο σε ένα μεταλλικό κατασκευασμα που θύμιζε αψιδωτή πύλη. Περιμετρικά της αψίδας, υπήρχαν τοποθετημένα κυβοειδή κουτιά, μεταλλικά πάντα, που περνούσαν μέσα τους οι καλωδιώσεις για να καταλήξουν σε έναν μεταλλικο πυλώνα στο κέντρο του δωματίου. Ενα απο τα κουτιά στην αψίδα εξεράγει σε μια μικρή εκρηξη και η ρέουσα ενέργεια φάνηκε να κυλάει πιό ελεύθερη. Πιό μανιασμένα.
Ο μεταλλικός πυλώνας το κέντρο του ήταν περίπου δύο μέτρα ψηλός και κατέληγε σε μια ημισφαιρική κορυφή με ένα μυτερο εξόγκωμα στα πλαϊνά της.
Ο αέρας πήρε μια δριμεία οσμή ξαφνικά και όλο το κατασκευασμα, απο τον διακόπτη στον τοίχο ως τον πυλώνα, άρχισε να πυρακτώνεται, πράγμα που έκανε το δωμάτιο να ζεσταίνεται.
“Οχι!”¨ ¨Αρχισε να φωνάζει ο Ντέλριμ Μουν, “Δεν θα πρεπε να συμβεί αυτό!!!” είπε έντρομος και άνοιξε βιαστικά τις σημειώσεις του αγνοώντας της κενώσεις που πλήθαιναν πάνω στον πυλώνα δίπλα του.
Η οβαλ κορυφή άρχισε να στριφογυρίζει και το εξόγκωμα της χτύπησε τον ανυποψίαστο βεντάλκεν στο πίσω μέρος της κεφαλής του, ρίχνοντας τον αναίσθητο.  Ενας κεραυνός εκτοξευτηκε απο το ίδιο εξογκωμα για να χτυπήσει ένα βιβλίο μηχανικής, στο τραπέζι μπροστά μας. Το βιβλίο δεν πήρε φωτιά η κάτι ανάλογο, απλά εξαφανίστηκε.
Μια έντονη στιγμή συνειδητοποίησης έκανε το αίμα στις φλέβες μας να παγώσει.
Με τον Ντέλριμ Μουν να βρίσκεται αναίσθητος και αντιμέτωποι με ένα τεχνούργημα που ανέβαζε γοργά θερμοκρασία και που προπάντων δεν είχαμε ιδέα το τι είναι, σκεφτήκαμε να το βάλουμε στα πόδια και να αφήσουμε αυτο το καραφλο ξωτικοειδές στην μοίρα του. Αυτό όμως δεν θα έδινε καμία ιστορία για να διηγηθεί. Έτσι δεν είναι;
“Αλχόον!” φώναξε η Ολένα αλλα μιας και η φωνή της χάθηκε μέσα στον χαλασμό απο της μηχανές δίπλα στον τοίχο, σκούντηξε τον μάγο που είχε χαθεί στις σκέψεις του για μια στιγμή.
“Πρέπει να το απενεργοποιήσουμε.” ήρθε η φωνή του Αλχόον στα κεφάλια μας.
“Πρέπει να σταματήσουμε την ροή. ΑΜΕΣΑ!” η τελευταία του φράση έδειχνε τόσο διαταγή όσο και τρόμο. Ο Αλχόον κοίταξε τον διακόπτη που πλέον ήταν παγιδευμένος μέσα σε μικρούς κεραυνούς. Πράγμα που τον καθιστούσε αδύνατο να τον αγγίξει κάποιος χωρίς να διακινδυνεύει με άμεσο θάνατο.  Ο μάγος παρατηρούσε την περιστροφή της κεφαλής του πυλώνα, κάνοντας τους υπολογισμούς του.
Με τoν Τζόνη πλησιάσαμε τις καλωδιώσεις που κατέληγαν σαν μια αψίδα πύλης στο τοίχο. Χτύπησε με το σπαθί του ένα από τα χοντρά καλώδια και το ηλεκτροφόρο θεριό ανταπάντησε με μιας. Ο πολεμιστής πετάχτηκε πίσω κάμποσα μέτρα για να σκάσει φαρδύς πλατύς σ’ ένα τραπέζι, που κατέρρευσε από το βάρος του.
“Πρέπει να κόψουμε την ροή!” ήρθε ξανά η φωνή στα κεφάλια μας. “Προσέχετε την μήτρα” είπε δείχνοντας μας το αψιδωτό σχήμα στον τοίχο, “οι πυκνωτές του θα εκραγούν όλοι.”
“Τα μεταλλικά κουτιά πάνω του.” ηρθε ως συμπλήρωμα, μιας και κατάλαβε πως κανείς μας δεν είχε ιδέα σε τι αναφέρεται.
Δεν πρόλαβε να το πεί και ένα, όντως έσκασε εξσφενδονίζοντας πυρακτωμένα κομμάτια μετάλλου κατά πάνω μας με την Ολένα.
Ο Μαθούριον έκανε νοήματα για να μας δείξει πως η αιχμή στην κορυφή του πυλώνα συσσώρευε ηλεκτροφόρα ενέργεια.
Η ενέργεια εκτονώθηκε και χτύπησε τον άτυχο Δρυίδη κατάστηθα, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί και αυτός, όπως το βιβλιο πριν απο λίγο. Έντρομοι κοιταχτήκαμε μεταξύ μας για μια στιγμή.
“Είναι καλά!” μας ειπε ο μάγος που επικοινωνούσε ακόμα μαζί του. “Πρέπει να σταματήσουμε την παροχή!” ακούσαμε ξανά στα κεφάλια μας και τον είδαμε να τρέχει προς ένα μεταλλικό κουτί στον τοίχο, δίπλα από τον διακόπτη. “Εδώ είναι η παροχή.” άρχισε να λέει, λες και εμείς θα καταλαβαίναμε για τι πράγμα μιλούσε. “Βοηθήστε με να ανοίξω το κουτί” η φωνή του δεν ακουγόταν παρα μονο μεσα στα κεφάλια μας, παρολα αυτα ο τρόμος την χρωμάτιζε και πάλι.
Ένας κεραυνός εξακοντίστηκε ξανά για να εξαφανίσει έναν πάγκο με εργαλεία αυτη την φορά και δύο πυκνωτές έσκασαν ταυτόχρονα δημιουργώντας ένα κύμα από κεραυνούς που μας χτύπησε.
Το κουτί απεφάνθει πιο ανθεκτικό από όσο περιμέναμε και το δωμάτιο είχε αρχίσει να θερμαίνεται αποπνικτικά.
“ΓΡΗΓΟΡΑ” ούρλιαξε ο μάγος τόσο τηλεπαθητικά όσο και με το στόμα του.
Δύο από τους πυκνωτές της μήτρας εσκασαν ταυτόχρονα και ένα κύμα κεραυνών μας σώριασε το πάτωμα.
Αρχίσαμε όλοι να βαράμε με μανία το κουτί, δίχως αύριο.
Τελικά άνοιξε και ο μάγος εμφάνισε ένα φασματικό χέρι που άρχισε γρήγορα να τραβά μικρά καλωδια κόβοντας τα.
Η ενέργεια σταμάτησε να ρέει και η θερμοκρασία στο δωμάτιο άρχισε να επανέρχεται δραστικά στα φυσιολογικά της.
Αφου συνεφέραμε τον Ντέλριμ, και μας εξήγησε πως αυτό ήταν ένα πείραμα για το πανεπιστήμιο, που μάλλον ήταν λάθος -κατα την γνώμη του- να προσθέσει πολλαπλασιαστή στην μήτρα,  δέχτηκε να μας παραχωρήσει την ανάμνηση που θέλαμε.

“ Ήμουν στην βιβλιοθήκη της Ισμέρια στον τομέα της Φιλοσοφίας, έψαχνα βιβλία περί ηθικής και ερευνών όταν τυχαία ανακάλυψα το μυστικό πέρασμα. Είναι στον δεύτερο όροφο, στο τρίτο ράφι αριστερά. Αλλά χρειάζεται σκάλα για να το φτάσει κάποιος, να σκαρφαλώσει η κάτι τέτοιο. Εκεί υπάρχει μια, προφανώς και όχι ορατή σε όλους, μεταλλική πόρτα που είχε κάτι χαραγμένα σύμβολα πάνω της.”
Αφου η Μπρί πήρε την χορδή μέσα στην φιάλη των αναμνήσεων και ο Ντελριμ Μουν μας είπε πως δεν έχει ιδέα για το τι είναι αυτά τα σύμβολα, κινήσαμε για το σημείο συνάντησης με την Βέσκα.


Η ξωτικιά μας περίμενε μέσα στον υπόνομο που έμοιαζε με πρώην αίθουσα θρόνου, συνοδεία με κάτι πλάσματα, τέσσερα στον αριθμό, που έμοιαζαν με μυρμήγκια σε μέγεθος αλόγου. Τα πλάσματα κρατούσαν από ένα αυτοσχέδιο δόρυ και μας κοιτούσαν με τα βολβοειδή τους μάτια, προκαλώντας μας ρίγος.
“Α, μην δινετε σημασία στους πολεμιστές Κράουλ.” ειπε η Βέσκα με το που πλησιάσαμε.”Είναι εδώ για ασφάλεια, αλλά δεν θεωρώ πως είναι απαραίτητοι. Έτσι δεν είναι;” μας ρωτησε για να μας επιστήσει την προσοχή.



Η Βεσκα πήρε το φιαλίδιο και το έφερε στο ύψος των ματιών της για να το περιεργαστεί. Τα τατουάζ στο πρόσωπο της φάνηκαν με μιας υπο το φώς του φιαλιδίου. Η ξωτικιά μας επέστρεψε με την σειρά της ένα βρώμικο αλλά παχουλό πουγκί.
“Πολύ χαίρομαι που τα καταφέρατε, αν έχω κάτι ανάλογο, θα σας έχω στα υπόψιν.” μας είπε εύθυμα και κίνησε για να χαθεί μέσα στις δαιδαλώδης στοές.
Λίγο έλειψε με εκείνον τον τρελό επιστήμονα να μην τα καταφέρουμε, αλλά να μαστε όμως.
Είμασταν κατα μερικές εκατοντάδες ζίνος πλουσιότεροι πλέον. Ποιός να μας το ‘λεγε πως τα σκουπίδια κάποιον θα μας έδιναν έναν θησαυρό...

 

Ράβνικα, η πόλη με τις συντεχνίες
έτος 10076

Απόσπασμα απ' το ημερολόγιο Μινώταυρου Μπούτς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δημήτρης Μπούτσικας

Βάρδος που -δεν έμαθε ποτέ να παίζει μουσική και- διψάει για καλές ιστορίες. Λάτρης του φανταστικού, οπαδός της φιλοσοφίας, αρχάριος αποκρυφιστής και μηδαμινός μαθητής εσωτερικών πολεμικών τεχνών (αμόνγκ πλέντη άδερ). Παλαίμαχος gamer (από πάσα είδους κονσόλα έως ΜΜΟRPG/RTS/MOBA) μέχρι που ανακάλυψα τις απίθανες δυνατότητες που προσφέρουν τα "παιχνίδια ρόλων" και βρήκα ένα ανώτερο νόημα μέσα στο φανταστικό. Εδώ βρέθηκα μάλλον κατά τύχη. Στο διάβα μου συνάντησα μια ομάδα από μινώταυρους και αφου αντί για μάχη ανταλλάξαμε ιστορίες, μου έδειξαν την είσοδο του λαβύρινθου.

-Stay awhile and listen.....